Είναι ένα τραγούδι της Πασπαλά, το Βίοι Παράλληλοι.
Το σιχαίνομαι.
Όλα, και τη μουσική και τη φωνή της σ αυτό και τους στίχους και ότι με κάνει να νιώθω μοναξιά.
Αλλά μου κολλάει…
«Λένε κι ακούει και χαμογελάει
Λένε κείνοι κι ακούει ο τοίχος μιλάει
Στο ασανσέρ που είχαν μπει κάποια μέρα
τους είπε γεια σας κι άλλο τίποτα πια
Τους είδε μόνο μια φορά δεν συναντήθηκαν ξανά,
μα τους ακούει…
Κάθε πρωί που ξυπνάνε τους ακούει να μιλάνε
φεύγουνε πάλι γυρνάνε, γυρνάει κι αυτός
Ξέρει τα βράδια πού πάνε και διψάει όταν διψάνε
κι όταν ακούει να γελάνε, γελάει κι αυτός
Λένε κι ακούει και χαμογελάει
Λένε εκείνοι κι ακούει ο τοίχος μιλάει
Απ’ τα μπαλκόνια είπαν μια καλησπέρα
πίσω απ’ τον τοίχο τους, χάθηκαν μετά
Μετακόμισαν ξαφνικά πώς ήταν δεν θυμάται πια,
μα τους ακούει…
Κάθε πρωί που ξυπνάνε τους ακούει να μιλάνε
φεύγουνε πάλι γυρνάνε, γυρνάει κι αυτός
Ξέρει τα βράδια πού πάνε και διψάει όταν διψάνε
κι όταν ακούει να γελάνε, γελάει κι αυτός»
Με τους γείτονες μου έχω σχέση αγάπης και μίσους.
Αυτοί με αγαπάνε και εγώ τους μισώ.
Μιλάνε τόσο δυνατά που είναι στιγμές που νομίζω ότι μένουμε μαζί.
Τσακώνονται δυνατά, γιορτάζουν δυνατά, γελάνε δυνατά, κλαίνε δυνατά, ακούνε άθλια τραγούδια δυνατά, όλα δυνατά.
Εχθές το βράδυ που χτύπησε η κόρη με το μηχανάκι (η μόνη που συμπαθώ) ξύπνησα και εγώ.
Όλη μέρα στη δουλεία σκεφτόμουν αν έχει χτυπήσει πολύ και αν είναι καλά.
Μου έχει κολλήσει η Πασπαλά ψάχνω και βρίσκω το cd.
Από το δεύτερο τεύχος του ΜΕΤΡΟ, Οι σιωπές της πόλης…… και οι δικές μου επίσης.
Post a Comment